Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Η ζωή των ανθρώπων στο χωριό μέσα από τα δικά μου μάτια

Η ώρα είναι 6:30 το πρωί. Έρχεται φως από το κλεισμένο παράθυρο και ανοιγοκλείνω τα μάτια μου. Ξημέρωσε!

Ακούω τη φωνή του κόκορα από έξω και πετάγομαι από το κρεβάτι. Η γιαγιά μου και ο παππούς μου έχουν ήδη ξυπνήσει και έχουν πιει και τον καφέ τους. Σε λίγο ξεκινά η μέρα τους. Ο καθένας με τις δουλειές του.
Ο παππούς μου πάει να ταΐσει τις κότες του. Έχει ένα σκύλο και ένα γουρουνάκι. Τα φροντίζει, τα ταΐζει και μετά συνεχίζει τις δουλειές του. Πάει στον κήπο του και μετά αρχίζει να σκαλίζει φυτά που έχει φυτέψει.
Η γιαγιά μου ξεκινά το φαγητό πρωί-πρωί, σκουπίζει και τακτοποιεί όλο το σπίτι. Σε λίγο αρχίζουν να καταφτάνουν οι γειτόνισσες μία-μία. Πίνουν τον καφέ τους και αρχίζουν να μιλάνε. Έχουν πολύ πλάκα, σχεδόν η μια δεν ακούει την άλλη!
Ήρθε το μεσημέρι. Για φαγητό μαζευόμαστε όλοι γύρω από το τραπέζι και τρώμε. Μετά ο παππούς πάει για λίγη ξεκούραση.

Θα 'ρθει το απόγευμα και όλοι οι άντρες θα πάνε στο καφενείο, να παίξουν χαρτιά και τάβλι, και να λύσουν όλα τα προβλήματα που έχουν.
Πόσο όμορφα περνάνε οι ώρες στο χωριό! Σου μένει χρόνος να κάνεις διάφορα, να έρθεις σε επαφή με ανθρώπους που μπορείς να μοιραστείς πράγματα, όχι να νιώθεις ότι αδιαφορείς για τον άλλο.
Έχει όμως και τις δυσκολίες του, βέβαια, δε λέω. Είναι μεγάλοι άνθρωποι οι περισσότεροι και θα ένιωθαν ασφαλείς αν είχαν δίπλα τους γιατρό και ένα μέσο για να μετακινηθούν όπου θέλουν.
Αλλά δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα, αυτά προσφέρει ένα χωριό.
Εγώ δε θα το άλλαζα ποτέ, μ' αρέσει να μένω στο χωριό, να νιώθω ασφάλεια ζώντας ανάμεσα στους ανθρώπους που σε αγαπούν.
Τάσος