Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Γεώργιος Βαφόπουλος - ποιητής εκ Γευγελής


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ
Ο πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος


Γεννήθηκα στη Γευγελή, τη μικρή τούτη μακεδονική πόλη, που βρίσκεται σήμερα από την άλλη πλευρά της ελληνικής επικράτειας. Στο σχολείο της Γευγελής φοίτησα ως την τετάρτη τάξη του δημοτικού. Ένα μήνα ύστερα από την εγγραφή μου κηρύχτηκε ο πρώτος βαλκανικός πόλεμος του 1912.
Με την κήρυξη του πολέμου το σχολείο έκλεισε. Από τα Γιαννιτσά ακούγονταν υπόκωφες οι βροντές των κανονιών. Στο σπίτι μας γινόταν μια ασυνήθιστη κίνηση. Ο πατέρας μου δοκίμαζε την αμπάρα της εξώπορτας, ενώ η μάνα μου έραβε βιαστικά μια ελληνική σημαία. Όλα πρόδιδαν πως ερχόταν μια κοσμογονική αλλαγή.
Μέσα σε μια ατμόσφαιρα τρόμου ήρθε επιτέλους η μεγάλη είδηση. Οι προφυλακές του ελληνικού στρατού βρίσκονταν στο σιδηροδρομικό σταθμό της Γουμένισσας, κοντά στη Μποέμιτσα, τη σημερινή Αξιούπολη, είκοσι περίπου χιλιόμετρα από τη Γευγελή.
Ο Τούρκος διοικητής και ο Μουφτής ζήτησαν να συναντηθούν στη Μητρόπολη με τον Αρχιερατικό Επίτροπο και τη Δημογεροντία. Παρακάλεσαν να σταλεί επιτροπή για να προσκαλέσει αμέσως τον ελληνικό στρατό, πριν προλάβουν να έρθουν οι Σέρβοι, που προχωρούσαν κι αυτοί προς τη Γευγελή. Έφυγε αμέσως η επιτροπή.
Από την άλλη μεριά οι ντόπιοι Βούλγαροι, μπροστά στον κίνδυνο να καταληφθεί η Γευγελή από τους Έλληνες, έστειλαν κι αυτοί κρυφά έναν αγγελιοφόρο προς τους Σέρβους.
Δυστυχώς, λίγες μέρες πριν πέσει η Θεσσαλονίκη, η Γευγελή είχε παραδοθεί επίσημα στους Σέρβους από τα λάθη της ελληνικής αποστολής, μόλο που οι Σέρβοι απείχαν από τη Γευγελή περισσότερο από τους Έλληνες. Το ίδιο βράδυ στην Ελληνική Μητρόπολη δόθηκε δείπνο προς τιμήν των «ελευθερωτών» Σέρβων.
Πολύ αργά τη νύχτα ο πατέρας μου γύρισε στο σπίτι, προχώρησε αμίλητος και σωριάστηκε πάνω σε μια καρέκλα. Όλοι μαζί εκείνο το βράδυ κλάψαμε το χαμένο όνειρο της ελευθερίας και της ένωσης με την Ελλάδα. Και νιώσαμε πάνω από τη στέγη του σπιτιού μας να στενάζει το άγιο πνεύμα του παππού μου Γεώργιου Βαφόπουλου, του πρώτου σκοτωμένου στο Μακεδονικό Αγώνα.
Σε λίγες μέρες μπήκε στην πόλη κι ο ελληνικός στρατός. Δύο τάγματα ευζώνων, με τους συνταγματάρχες Κωνσταντινό- πουλο και Λούρο, ξανάφεραν την ελπίδα στις καρδιές μας. Η υποδοχή των ευζώνων ήταν κάτι περισσότερο από αλλοφροσύνη. Τα απλά εκείνα παιδιά της Ρούμελης και του Μωριά άλλαξαν τη ζωή της Γευγελής για πέντε ολόκληρους μήνες.
Τότε ήταν που ολοκληρώθηκε η καταστροφή του ονείρου της ελευθερίας στο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο του 1913.